l'impuissance
impuissance
ɛ̃pɥisɑ̃s
epüisaas

Ορισμός και σημασία του "impuissance"στα γαλλικά

01

αδυναμία, αδυναμία

incapacité à agir ou à accomplir quelque chose 
l'impuissance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Il ressentit une profonde impuissance face à la maladie de sa mère. 

Ένιωσε βαθιά αδυναμία μπροστά στην ασθένεια της μητέρας του.

02

ερεκτική δυσλειτουργία, ανικανότητα

incapacité chez l'homme d'obtenir ou de maintenir une érection 
Παραδείγματα
Beaucoup d'hommes consultent un médecin pour des problèmes d'impuissance. 

Πολλοί άνδρες συμβουλεύονται έναν γιατρό για προβλήματα ανικανότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store