Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improviser
01
αυτοσχεδιάζω, δημιουργώ αυθόρμητα
créer ou jouer quelque chose spontanément, sans préparation
Παραδείγματα
Le musicien a improvisé un solo incroyable.
Ο μουσικός αυτοσχεδίασε ένα απίστευτο σόλο.
02
αυτοσχεδιάζω, κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία
faire quelque chose sans préparation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
improvise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
improvisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
improviserai
ενεστώτα μετοχή
improvisant
παθητική μετοχή
improvisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
improvisions
Παραδείγματα
Il a dû improviser un discours.
Έπρεπε να αυτοσχεδιάσει μια ομιλία.



























