Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improviser
01
αυτοσχεδιάζω, δημιουργώ αυθόρμητα
créer ou jouer quelque chose spontanément, sans préparation
Παραδείγματα
Ils ont improvisé une scène très drôle au théâtre.
Αυτοσχεδίασαν μια πολύ αστεία σκηνή στο θέατρο.
02
αυτοσχεδιάζω, κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία
faire quelque chose sans préparation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
improvise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
improvisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
improviserai
ενεστώτα μετοχή
improvisant
παθητική μετοχή
improvisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
improvisions
Παραδείγματα
Elle sait très bien improviser en public.
Ξέρει πολύ καλά να αυτοσχεδιάζει δημόσια.



























