improviser
improviser
ɛ̃pʁɔvize
eprawvize
improvisé

Ορισμός και σημασία του "improviser"στα γαλλικά

improviser
01

αυτοσχεδιάζω, δημιουργώ αυθόρμητα

créer ou jouer quelque chose spontanément, sans préparation 
improviser definition and meaning
Παραδείγματα
Le musicien a improvisé un solo incroyable. 

Ο μουσικός αυτοσχεδίασε ένα απίστευτο σόλο.

02

αυτοσχεδιάζω, κάνω κάτι χωρίς προετοιμασία

faire quelque chose sans préparation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
improvise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
improvisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
improviserai
ενεστώτα μετοχή
improvisant
παθητική μετοχή
improvisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
improvisions
Παραδείγματα
Il a dû improviser un discours. 

Έπρεπε να αυτοσχεδιάσει μια ομιλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store