habiter
habiter
abit‿e
abite
habituerhabiliter

Ορισμός και σημασία του "habiter"στα γαλλικά

habiter
01

κατοικώ σε, ζω σε

vivre dans un lieu 
habiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
habite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
habitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
habiterai
ενεστώτα μετοχή
habitant
παθητική μετοχή
habité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
habitions
Παραδείγματα
J'habite à Paris. 

Κατοικώ στο Παρίσι.

02

γεμίζω, καταλαμβάνω

remplir le cœur ou l'esprit de quelqu'un 
Παραδείγματα
La peur habite son cœur depuis l'accident. 

Κατοικεί στην καρδιά του από το ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store