habiter
Pronunciation
/abite/

Ορισμός και σημασία του "habiter"στα γαλλικά

habiter
01

κατοικώ σε, ζω σε

vivre dans un lieu
habiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
habite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
habitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
habiterai
ενεστώτα μετοχή
habitant
παθητική μετοχή
habité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
habitions
Παραδείγματα
Mon frère habite dans un appartement moderne.
Ο αδερφός μου ζει σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα.
02

γεμίζω, καταλαμβάνω

remplir le cœur ou l'esprit de quelqu'un
Παραδείγματα
Un profond amour habite son regard.
Μια βαθιά αγάπη κατοικεί στο βλέμμα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store