Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habiter
01
κατοικώ σε, ζω σε
vivre dans un lieu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
habite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
habitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
habiterai
ενεστώτα μετοχή
habitant
παθητική μετοχή
habité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
habitions
Παραδείγματα
Mon frère habite dans un appartement moderne.
Ο αδερφός μου ζει σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα.
02
γεμίζω, καταλαμβάνω
remplir le cœur ou l'esprit de quelqu'un
Παραδείγματα
Un profond amour habite son regard.
Μια βαθιά αγάπη κατοικεί στο βλέμμα του.



























