la hachette

Ορισμός και σημασία του "hachette"στα γαλλικά

01

μικρό τσεκούρι, χειροκίνητο τσεκούρι

petite hache à une main, utilisée pour couper du bois, tailler des branches ou pour des travaux de menuiserie et de camping
la hachette definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hachettes
Παραδείγματα
La hachette permet de couper du bois de petite taille facilement.
Το μικρό τσεκούρι επιτρέπει την εύκολη κοπή ξύλου μικρού μεγέθους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store