Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
guérir
01
θεραπεύω, γιατρεύω
rendre ou redevenir en bonne santé après une maladie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
guéris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
guérissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
guérirai
ενεστώτα μετοχή
guérissant
παθητική μετοχή
guéri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
guérissions
Παραδείγματα
Les antibiotiques ont guéri son infection.
Τα αντιβιοτικά θεράπευσαν τη μόλυνσή του.
02
αναρρώνω, απαλλάσσομαι
se libérer progressivement d'un état mental ou émotionnel négatif
Παραδείγματα
Il ne s'est pas encore guéri de ses préjugés.
Δεν έχει θεραπευτεί ακόμα από τις προκαταλήψεις του.
03
απελευθερώνω, ανακουφίζω
libérer quelqu'un d'une préoccupation ou d'un état mental négatif
Παραδείγματα
Il faut le guérir de ce souci.
Πρέπει να τον θεραπεύσουμε από αυτή την ανησυχία.



























