Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La guérison
01
θεραπεία, αναρρώση
processus par lequel une maladie ou une blessure disparaît et la santé revient
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La guérison de la fracture a pris plusieurs semaines.
Η επούλωση του κατάγματος διήρκεσε αρκετές εβδομάδες.
02
θεραπεία, ανακούφιση
le fait de se libérer d'une difficulté, d'un problème ou d'une souffrance
Παραδείγματα
La guérison de ses dettes lui a apporté un grand soulagement.
Η θεραπεία των χρεών του του έφερε μεγάλη ανακούφιση.



























