la guérison
guérison
geʁizɔ̃
gerizaw
guéridon

Ορισμός και σημασία του "guérison"στα γαλλικά

01

θεραπεία, αναρρώση

processus par lequel une maladie ou une blessure disparaît et la santé revient 
la guérison definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La guérison de la fracture a pris plusieurs semaines. 

Η επούλωση του κατάγματος διήρκεσε αρκετές εβδομάδες.

02

θεραπεία, ανακούφιση

le fait de se libérer d'une difficulté, d'un problème ou d'une souffrance 
la guérison definition and meaning
Παραδείγματα
La guérison de ses dettes lui a apporté un grand soulagement. 

Η θεραπεία των χρεών του του έφερε μεγάλη ανακούφιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store