Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flatter
01
κολακεύω, θωπεύω
dire des choses agréables à quelqu'un pour le séduire ou lui plaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
flatte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
flattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
flatterai
ενεστώτα μετοχή
flattant
παθητική μετοχή
flatté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
flattions
Παραδείγματα
Il aime flatter son patron pour obtenir des avantages
Του αρέσει να κολακεύει το αφεντικό του για να αποκτήσει πλεονεκτήματα.
02
χαϊδεύω, καλομεταχειρίζομαι
caresser doucement ou montrer de l'affection par le toucher ou les paroles
Παραδείγματα
Elle aime flatter son chat tous les matins
Της αρέσει να χαϊδεύει τη γάτα της κάθε πρωί.
03
κολακεύω, θωπεύω
présenter quelque chose ou quelqu'un sous un aspect plus favorable qu'il n'est réellement
Παραδείγματα
Cette lumière flatte la beauté du visage.
Αυτό το φως κολακεύει την ομορφιά του προσώπου.



























