Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fleurir
01
ανθίζω, είμαι σε άνθιση
produire des fleurs, être en fleurs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fleuris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fleurissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fleurirai
ενεστώτα μετοχή
fleurissant
παθητική μετοχή
fleuri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fleurissions
Παραδείγματα
Les champs fleurissent de couleurs vives.
Τα χωράφια ανθίζουν με ζωηρά χρώματα.
02
ανθίζω, ευδοκιμώ
se développer rapidement, prospérer
Παραδείγματα
La culture locale fleurit malgré les difficultés.
Η τοπική κουλτούρα ανθίζει παρά τις δυσκολίες.



























