fleurir
fleurir
flœʁiʁ
floerir
fleurer

Ορισμός και σημασία του "fleurir"στα γαλλικά

fleurir
01

ανθίζω, είμαι σε άνθιση

produire des fleurs , être en fleurs 
fleurir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
fleuris
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
fleurissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
fleurirai
ενεστώτα μετοχή
fleurissant
παθητική μετοχή
fleuri
α΄ πληθυντικό παρατατικού
fleurissions
Παραδείγματα
Les cerisiers fleurissent au printemps. 

Οι κερασιές ανθίζουν την άνοιξη.

02

ανθίζω, ευδοκιμώ

se développer rapidement, prospérer 
fleurir definition and meaning
Παραδείγματα
Le commerce local fleurit grâce au tourisme. 

Η τοπική εμπορία ανθίζει χάρη στον τουρισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store