la flamme
flamme
flam
φλαμ
flemme

Ορισμός και σημασία του "flamme"στα γαλλικά

01

φλόγα, φωτιά

partie visible et brillante du feu 
la flamme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
flammes
Παραδείγματα
La flamme danse dans le vent. 

Η φλόγα χορεύει στον άνεμο.

02

φλόγα, πάθος

sentiment fort d'amour ou de passion 
la flamme definition and meaning
Παραδείγματα
Ils vivent une belle flamme d'amour. 

Ζουν μια όμορφη φλόγα αγάπης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store