Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finir
01
τελειώνω, ολοκληρώνω
mettre quelque chose à sa fin
Παραδείγματα
Mon frère finit la course en premier.
Ο αδερφός μου τελειώνει τον αγώνα πρώτος.
02
τελειώνω, ολοκληρώνω
rendre complet ou parfait
Παραδείγματα
J' ai fini le puzzle hier soir.
Τελείωσα το παζλ χθες το βράδυ.
03
πεθαίνω, αποθνήσκω
cesser de vivre, mourir
Παραδείγματα
La vieille maison finit par s' écrouler.
Το παλιό σπίτι τελικά καταρρέει.
04
τελειώνω
s'achever ou prendre fin
Παραδείγματα
La journée finit par une promenade.
Η μέρα τελειώνει με έναν περίπατο.
05
τελειώνω, καταλήγω
aboutir à un résultat ou une conséquence
Παραδείγματα
La réunion finit par une décision importante.
Η συνάντηση τελειώνει με μια σημαντική απόφαση.
06
καταλήγω να κάνω κάτι, τελειώνω κάνοντας κάτι
finalement faire quelque chose après un processus
Παραδείγματα
Je finis toujours par oublier mes clés.
Καταλήγω πάντα να ξεχνάω τα κλειδιά μου.



























