Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
finir
01
τελειώνω, ολοκληρώνω
mettre quelque chose à sa fin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
finis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
finissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
finirai
ενεστώτα μετοχή
finissant
παθητική μετοχή
fini
α΄ πληθυντικό παρατατικού
finissions
Παραδείγματα
Je finis mes devoirs avant le dîner.
Τελειώνω τις εργασίες μου πριν από το δείπνο.
02
τελειώνω, ολοκληρώνω
rendre complet ou parfait
Παραδείγματα
Elle a fini de décorer la maison.
Έχει τελειώσει τη διακόσμηση του σπιτιού.
03
πεθαίνω, αποθνήσκω
cesser de vivre, mourir
Παραδείγματα
Il a fini hier soir après une longue maladie.
Απεβίωσε χθες το βράδυ μετά από μακρά ασθένεια.
04
τελειώνω
s'achever ou prendre fin
Παραδείγματα
Le film finit à dix heures.
Η ταινία τελειώνει στις δέκα.
05
τελειώνω, καταλήγω
aboutir à un résultat ou une conséquence
Παραδείγματα
Cette discussion finit en dispute.
Αυτή η συζήτηση τελειώνει σε διαμάχη.
06
καταλήγω να κάνω κάτι, τελειώνω κάνοντας κάτι
finalement faire quelque chose après un processus
Παραδείγματα
Il finit par accepter la proposition.
Τελειώνει αποδεχόμενος την πρόταση.



























