Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faciliter
01
διευκολύνω, απλοποιώ
rendre quelque chose plus simple ou moins difficile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
facilite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
facilitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
faciliterai
ενεστώτα μετοχή
facilitant
παθητική μετοχή
facilité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
facilitions
Παραδείγματα
Ils ont installé des rampes pour faciliter l' accès aux personnes en fauteuil roulant.
Εγκατέστησαν ράμπες για να διευκολύνουν την πρόσβαση για τα άτομα με αναπηρικά αμαξίδια.



























