faciliter
fa
fa
fa
ci
si
si
li
li
li
ter
te
te
facilité

Ορισμός και σημασία του "faciliter"στα γαλλικά

faciliter
01

διευκολύνω, απλοποιώ

rendre quelque chose plus simple ou moins difficile 
faciliter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
facilite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
facilitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
faciliterai
ενεστώτα μετοχή
facilitant
παθητική μετοχή
facilité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
facilitions
Παραδείγματα
Cette application facilite la gestion des tâches. 

Αυτή η εφαρμογή διευκολύνει τη διαχείριση εργασιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store