Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faciliter
01
διευκολύνω, απλοποιώ
rendre quelque chose plus simple ou moins difficile
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
facilite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
facilitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
faciliterai
ενεστώτα μετοχή
facilitant
παθητική μετοχή
facilité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
facilitions
Παραδείγματα
Cette application facilite la gestion des tâches.
Αυτή η εφαρμογή διευκολύνει τη διαχείριση εργασιών.



























