la faculté
fa
fa
fa
cu
ky
ky
lté
lte
lte
fac

Ορισμός και σημασία του "faculté"στα γαλλικά

01

σχολή, πανεπιστημιακό τμήμα

division spécialisée d'une université où l'on étudie un domaine particulier 
la faculté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
facultés
Παραδείγματα
Il étudie à la faculté de médecine. 

Σπουδάζει στην σχολή ιατρικής.

02

ικανότητα, τάλαντο

capacité naturelle ou mentale à faire quelque chose 
le faculté definition and meaning
Παραδείγματα
Il a une grande faculté d'adaptation. 

Έχει μεγάλη ικανότητα προσαρμογής.

03

δικαίωμα, εξουσία

la capacité ou le droit légal de faire quelque chose 
Παραδείγματα
Il a la faculté de décider pour lui-même. 

Έχει το δικαίωμα να αποφασίζει μόνος του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store