facile
fa
fa
fa
cile
sɪl
sil
fossile

Ορισμός και σημασία του "facile"στα γαλλικά

01

εύκολος, απλός

qui ne demande pas beaucoup d'effort ou de difficulté 
facile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus facile
συγκριτικός βαθμός
plus facile
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
facile
αρσενικό πληθυντικό
faciles
θηλυκό ενικό
facile
θηλυκό πληθυντικό
faciles
θεματικό πεδίο
difficulté, effort, compréhension
Παραδείγματα
Cet exercice est très facile à comprendre. 

Αυτή η άσκηση είναι πολύ εύκολη να κατανοηθεί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store