le facteur
fac
fak
φακ
teur
tœʁ
τœρ
fauteur

Ορισμός και σημασία του "facteur"στα γαλλικά

01

ταχυδρόμος, διανομέας ταχυδρομείου

personne chargée de livrer le courrier et les colis 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
facteurs
αρσενικό ενικό
facteur
θηλυκό ενικό
factrice
neutral form
livreur
Παραδείγματα
Le facteur a livré une lettre ce matin. 

Ο ταχυδρόμος παρέδωσε ένα γράμμα σήμερα το πρωί.

02

παράγοντας, στοιχείο

cause, élément ou circonstance qui influence un événement 
Παραδείγματα
Le facteur économique influence le marché. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store