le facteur
Pronunciation
/faktœʀ/

Ορισμός και σημασία του "facteur"στα γαλλικά

Le facteur
[gender: masculine]
01

ταχυδρόμος, διανομέας ταχυδρομείου

personne chargée de livrer le courrier et les colis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
facteurs
Παραδείγματα
Le facteur a sonné à la porte pour remettre le courrier.
Ο ταχυδρόμος χτύπησε το κουδούνι για να παραδώσει το ταχυδρομείο.
02

παράγοντας, στοιχείο

cause, élément ou circonstance qui influence un événement
Παραδείγματα
L' expérience est un facteur déterminant pour ce poste.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store