Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fade
01
άνοστος, χωρίς γεύση
qui manque de saveur ou de goût
Παραδείγματα
Ce gâteau est fade sans sucre.
Αυτό το κέικ είναι άνοστο χωρίς ζάχαρη.
02
ξεθωριασμένος, αμυδρός
qui manque de clarté, de luminosité ou de couleur
Παραδείγματα
Son regard était fade et sans éclat.
Το βλέμμα του ήταν ξεθωριασμένο και χωρίς λάμψη.
03
άνοστος, βαρετός
qui manque de charme, d'énergie ou de vivacité
Παραδείγματα
Ce spectacle est fade par rapport à celui de l' année dernière.
Αυτή η παράσταση είναι άνοστη σε σύγκριση με πέρυσι.



























