essuyer
essuyer
esɥije
esüiye
essayer

Ορισμός και σημασία του "essuyer"στα γαλλικά

essuyer
01

σκουπίζω, καθαρίζω

enlever la saleté ou les traces en frottant avec un tissu 
essuyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
essuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
essuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
essuierai
ενεστώτα μετοχή
essuyant
παθητική μετοχή
essuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
essuyions
Παραδείγματα
Elle essuie les miettes sur la table après le petit-déjeuner. 

Σκουπίζει τα ψίχουλα από το τραπέζι μετά το πρωινό.

02

υφίσταμαι, υπομένω

subir une critique, un échec ou une attaque 
essuyer definition and meaning
Παραδείγματα
L'entreprise a essuyé de lourdes pertes cette année. 

Η εταιρεία υπέστη βαριές απώλειες φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store