Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essuyer
01
σκουπίζω, καθαρίζω
enlever la saleté ou les traces en frottant avec un tissu
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
essuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
essuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
essuierai
ενεστώτα μετοχή
essuyant
παθητική μετοχή
essuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
essuyions
Παραδείγματα
Il essuie la vaisselle avec un torchon propre.
Σκουπίζει τα πιάτα με ένα καθαρό πανί.
02
υφίσταμαι, υπομένω
subir une critique, un échec ou une attaque
Παραδείγματα
Elle essuie les refus des éditeurs depuis des mois.
Υπομένει τις απορρίψεις των εκδοτών εδώ και μήνες.



























