Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escalader
01
ανεβαίνω, σκαλίζω
monter en utilisant un support vertical (mur, échelle)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
escalade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
escaladons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
escaladerai
ενεστώτα μετοχή
escaladant
παθητική μετοχή
escaladé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
escaladions
Παραδείγματα
Les pompiers escaladent rapidement l'échelle.
Οι πυροσβέστες ανεβαίνουν γρήγορα στη σκάλα.
02
σκαλίζω, ανεβαίνω
gravir une montagne ou une paroi rocheuse avec effort
Παραδείγματα
Ils ont escaladé l'Everest sans oxygène.
Ανέβηκαν στον Έβερεστ χωρίς οξυγόνο.



























