Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escalader
01
ανεβαίνω, σκαλίζω
monter en utilisant un support vertical (mur, échelle)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
escalade
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
escaladons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
escaladerai
ενεστώτα μετοχή
escaladant
παθητική μετοχή
escaladé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
escaladions
Παραδείγματα
Les soldats escaladent la paroi rocheuse.
Οι στρατιώτες σκαρφαλώνουν στον βραχώδη τοίχο.
02
σκαλίζω, ανεβαίνω
gravir une montagne ou une paroi rocheuse avec effort
Παραδείγματα
Il a escaladé les Alpes l' été dernier.
Αυτός ανέβηκε στις Άλπες το περασμένο καλοκαίρι.



























