l'escalade
es
ɛs
es
ca
ka
ka
lade
lad
lad
escapadeescouade

Ορισμός και σημασία του "escalade"στα γαλλικά

01

αναρρίχηση

activité de grimper sur des rochers ou des montagnes 
l'escalade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
escalades
Παραδείγματα
Elle pratique l'escalade chaque week-end. 

Ασκείται στην αναρρίχηση κάθε Σαββατοκύριακο.

02

κλιμάκωση, εντατικοποίηση

action de croître rapidement, intensifier une situation 
l'escalade definition and meaning
Παραδείγματα
L'escalade des prix inquiète les consommateurs. 

Η αύξηση των τιμών ανησυχεί τους καταναλωτές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store