Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
envoyer
01
στέλνω
faire parvenir quelque chose à quelqu'un, généralement par courrier ou un moyen de communication
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
envoie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
envoyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enverrai
ενεστώτα μετοχή
envoyant
παθητική μετοχή
envoyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
envoyions
Παραδείγματα
Elle envoie un e-mail tous les jours.
Αυτή στέλνει ένα email κάθε μέρα.
02
πετώ, ρίχνω
lancer ou projeter quelque chose dans l'espace
Παραδείγματα
Il envoie la balle très loin.
Στέλνει την μπάλα πολύ μακριά.
03
καταπίνω, καταβροχθίζω
manger ou avaler rapidement quelque chose
Παραδείγματα
Il s'est envoyé son sandwich en quelques minutes.
Έστειλε το σάντουιτς του σε λίγα λεπτά.



























