Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
environnemental
01
περιβαλλοντικός, σχετικός με το περιβάλλον
relatif à l'environnement et à sa protection
Παραδείγματα
Les campagnes environnementales sensibilisent le public.
Οι περιβαλλοντικές εκστρατείες ευαισθητοποιούν το κοινό.



























