Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
environnemental
01
περιβαλλοντικός, σχετικός με το περιβάλλον
relatif à l'environnement et à sa protection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
environnemental
αρσενικό πληθυντικό
environnementaux
θηλυκό ενικό
environnementale
θηλυκό πληθυντικό
environnementales
θεματικό πεδίο
écologie, politique, nature
Παραδείγματα
Les politiques environnementales visent à protéger la nature.
Οι περιβαλλοντικές πολιτικές στοχεύουν στην προστασία της φύσης.
LanGeek



























