Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'enveloppe
[gender: feminine]
01
φάκελος, περίβλημα
petite pochette, généralement en papier, utilisée pour contenir une lettre, un document ou une carte et permettre son envoi par la poste
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
enveloppes
Παραδείγματα
Il a ouvert l' enveloppe avec précaution.
Άνοιξε το φάκελο με προσοχή.



























