Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'escabeau
01
σκαμνί, σκαλί
petit meuble portable servant de marche pour atteindre des objets en hauteur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
escabeaux
Παραδείγματα
Range l' escabeau dans le placard après utilisation.
Σκαμνί στην ντουλάπα μετά τη χρήση.



























