ennuyer
Pronunciation
/ɑ̃nɥije/

Ορισμός και σημασία του "ennuyer"στα γαλλικά

ennuyer
01

ενοχλώ, ενοχλώ

causer de l'inconfort ou déranger quelqu'un
ennuyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ennuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ennuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ennuierai
ενεστώτα μετοχή
ennuyant
παθητική μετοχή
ennuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ennuyions
Παραδείγματα
Le retard du bus ennuyait les passagers.
Η καθυστέρηση του λεωφορείου ενοχλούσε τους επιβάτες.
02

βαριώ, κουράζω

causer de l'ennui, rendre quelqu'un fatigué ou désintéressé
ennuyer definition and meaning
Παραδείγματα
Son histoire a ennuyé les invités.
Η ιστορία του βαρέθηκε τους καλεσμένους.
03

βαριέμαι

ressentir de l'ennui ou de la fatigue à cause du manque d'intérêt
ennuyer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils se sont ennuyés pendant le film.
Βαριούνταν κατά τη διάρκεια της ταινίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store