Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ennuyer
01
ενοχλώ, ενοχλώ
causer de l'inconfort ou déranger quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ennuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ennuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ennuierai
ενεστώτα μετοχή
ennuyant
παθητική μετοχή
ennuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ennuyions
Παραδείγματα
Le retard du bus ennuyait les passagers.
Η καθυστέρηση του λεωφορείου ενοχλούσε τους επιβάτες.
02
βαριώ, κουράζω
causer de l'ennui, rendre quelqu'un fatigué ou désintéressé
Παραδείγματα
Son histoire a ennuyé les invités.
Η ιστορία του βαρέθηκε τους καλεσμένους.
03
βαριέμαι
ressentir de l'ennui ou de la fatigue à cause du manque d'intérêt
Παραδείγματα
Ils se sont ennuyés pendant le film.
Βαριούνταν κατά τη διάρκεια της ταινίας.



























