Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ennuyer
01
ενοχλώ, ενοχλώ
causer de l'inconfort ou déranger quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ennuie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ennuyons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ennuierai
ενεστώτα μετοχή
ennuyant
παθητική μετοχή
ennuyé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ennuyions
Παραδείγματα
Il ne veut pas ennuyer ses amis.
Δεν θέλει να ενοχλήσει τους φίλους του.
02
βαριώ, κουράζω
causer de l'ennui, rendre quelqu'un fatigué ou désintéressé
Παραδείγματα
Ce film m'ennuie beaucoup.
Αυτή η ταινία με βαριέ πολύ.
03
βαριέμαι
ressentir de l'ennui ou de la fatigue à cause du manque d'intérêt
Παραδείγματα
Je m'ennuie pendant ce cours.
Βαριέμαι κατά τη διάρκεια αυτού του μαθήματος.



























