l'ennui
ennui
ɑ̃nɥi
aanüi

Ορισμός και σημασία του "ennui"στα γαλλικά

01

πλήξη, βαρεμάρα

sentiment de fatigue ou de lassitude dû à l'absence d'intérêt ou d'occupation 
l'ennui definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'ennui s'installe pendant les longues réunions. 

Η πλήξη εγκαθίσταται κατά τη διάρκεια των μακρών συναντήσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store