Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'ennui
01
πλήξη, βαρεμάρα
sentiment de fatigue ou de lassitude dû à l'absence d'intérêt ou d'occupation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le film était si long que l' ennui est apparu rapidement.
Η ταινία ήταν τόσο μεγάλη που η βαρεμάρα εμφανίστηκε γρήγορα.



























