Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enregistrer
01
καταχωρώ, εγγράφω
consigner officiellement des informations
Παραδείγματα
Le brevet a été enregistré en 2023.
Η πατέντα καταχωρήθηκε το 2023.
02
κάνω check-in, εγγράφω
inscrire un client à son arrivée
Παραδείγματα
Avez -vous enregistré votre carte de fidélité ?
Έχετε εγγραφεί την κάρτα αφοσίωσής σας;
03
ηχογραφώ, αποθηκεύω
capturer et conserver des contenus audiovisuels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enregistre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enregistrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enregistrerai
ενεστώτα μετοχή
enregistrant
παθητική μετοχή
enregistré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enregistrions
Παραδείγματα
Nous avons enregistré le bruit des vagues.



























