Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enregistrer
01
καταχωρώ, εγγράφω
consigner officiellement des informations
Παραδείγματα
Ils ont enregistré leur mariage à la mairie.
Κατέγραψαν τον γάμο τους στο δημαρχείο.
02
κάνω check-in, εγγράφω
inscrire un client à son arrivée
Παραδείγματα
Nous enregistrons les clients à partir de 15h.
Καταχωρούμε τους πελάτες από τις 15:00.
03
ηχογραφώ, αποθηκεύω
capturer et conserver des contenus audiovisuels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enregistre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enregistrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enregistrerai
ενεστώτα μετοχή
enregistrant
παθητική μετοχή
enregistré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enregistrions
Παραδείγματα
J'ai enregistré l'émission pour la regarder plus tard.



























