Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enrouler
01
τυλίγω, περιτυλίγω
entourer quelque chose en formant des spires ou des tours
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enroule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enroulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enroulerai
ενεστώτα μετοχή
enroulant
παθητική μετοχή
enroulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enroulions
Παραδείγματα
Il enroule le fil électrique trop serré.
Τυλίγει το ηλεκτρικό καλώδιο πολύ σφιχτά.



























