enrouler
Pronunciation
/ɑ̃ʁulˈe/

Ορισμός και σημασία του "enrouler"στα γαλλικά

enrouler
01

τυλίγω, περιτυλίγω

entourer quelque chose en formant des spires ou des tours
enrouler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enroule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enroulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enroulerai
ενεστώτα μετοχή
enroulant
παθητική μετοχή
enroulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enroulions
Παραδείγματα
Il enroule le fil électrique trop serré.
Τυλίγει το ηλεκτρικό καλώδιο πολύ σφιχτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store