enfermer
enfermer
ɑ̃fɛʁme
aaferme
enferrer

Ορισμός και σημασία του "enfermer"στα γαλλικά

enfermer
01

κλειδώνω, φυλακίζω

confiner quelqu'un dans un espace contre sa volonté 
enfermer definition and meaning
Παραδείγματα
Les gardes ont enfermé le prisonnier dans sa cellule. 

Οι φύλακες έκλεισαν τον κρατούμενο στο κελί του.

02

κλειδώνω τον εαυτό μου, απομονώνω τον εαυτό μου

se couper volontairement des autres, physiquement ou mentalement 
enfermer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle s'est enfermée dans sa chambre pour pleurer. 

Αυτή έκλεισε τον εαυτό της στο δωμάτιό της για να κλάψει.

03

κλειδώνω, κλείνω μέσα

mettre quelque chose ou quelqu'un dans un espace clos pour le protéger ou le cacher 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enferme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enfermons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enfermerai
ενεστώτα μετοχή
enfermant
παθητική μετοχή
enfermé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enfermions
Παραδείγματα
Elle enferme ses bijoux dans le coffre-fort. 

Κλειδώνει τα κοσμήματά της στο χρηματοκιβώτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store