Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encombrant
01
ογκώδης, εμποδιστικός
qui prend trop de place ou gêne le mouvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus encombrant
συγκριτικός βαθμός
plus encombrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encombrant
αρσενικό πληθυντικό
encombrants
θηλυκό ενικό
encombrante
θηλυκό πληθυντικό
encombrantes
Παραδείγματα
Ce meuble est trop encombrant pour notre petit salon.
Αυτό το έπιπλο είναι πολύ ογκώδες για το μικρό μας σαλόνι.
02
ενοχλητικός, εισβολικός
qui gêne physiquement ou moralement
Παραδείγματα
Un voisin encombrant vient toujours aux mauvais moments.
Ένας ενοχλητικός γείτονας έρχεται πάντα στις λάθος στιγμές.



























