Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encombrant
01
ογκώδης, εμποδιστικός
qui prend trop de place ou gêne le mouvement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus encombrant
συγκριτικός βαθμός
plus encombrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
encombrant
αρσενικό πληθυντικό
encombrants
θηλυκό ενικό
encombrante
θηλυκό πληθυντικό
encombrantes
Παραδείγματα
J' ai dû abandonner ce sac encombrant pendant la randonnée.
Έπρεπε να εγκαταλείψω αυτή την δυσκίνητη τσάντα κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.
02
ενοχλητικός, εισβολικός
qui gêne physiquement ou moralement
Παραδείγματα
Une présence encombrante lors des réunions familiales.
Μια ενοχλητική παρουσία κατά τις οικογενειακές συναντήσεις.



























