Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
encourager
01
ενθαρρύνω, παροτρύνω
donner du courage ou du soutien à quelqu'un pour qu'il fasse quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
encourage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
encourageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
encouragerai
ενεστώτα μετοχή
encourageant
παθητική μετοχή
encouragé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
encouragions
Παραδείγματα
Les parents encouragent leurs enfants à étudier.
Οι γονείς ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να μελετούν.



























