encourager
encourager
ɑ̃kuʁaʒe
aakoorazhe

Ορισμός και σημασία του "encourager"στα γαλλικά

encourager
01

ενθαρρύνω, παροτρύνω

donner du courage ou du soutien à quelqu'un pour qu'il fasse quelque chose 
encourager definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
encourage
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
encourageons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
encouragerai
ενεστώτα μετοχή
encourageant
παθητική μετοχή
encouragé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
encouragions
Παραδείγματα
Les parents encouragent leurs enfants à étudier. 

Οι γονείς ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να μελετούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store