Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endetter
01
χρεώνω, βάζω σε χρέος
faire entrer quelqu'un dans une situation de dette ou contracter des dettes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
endette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
endettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
endetterai
ενεστώτα μετοχή
endettant
παθητική μετοχή
endetté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
endettions
Παραδείγματα
Elle a refusé de s' endetter pour ses études.
Αρνήθηκε να χρεωθεί για τις σπουδές της.



























