Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'endroit
[gender: masculine]
01
τόπος, θέση
lieu ou position où quelque chose se trouve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
endroits
Παραδείγματα
Cet endroit est très touristique.
Αυτό το μέρος είναι πολύ τουριστικό.
02
γειτονιά, περιοχή
zone ou quartier dans une ville où vivent des gens
Παραδείγματα
Nous avons visité plusieurs endroits historiques.
Επισκεφθήκαμε πολλές ιστορικές συνοικίες.
03
επιφάνεια, πρόσθια πλευρά
partie visible ou supérieure d'une chose
Παραδείγματα
Nettoie bien cet endroit avant d' y poser le livre.
Καθάρισε καλά αυτό το μέρος πριν βάλεις εκεί το βιβλίο.
04
απόσπασμα, τμήμα
partie précise ou zone dans un texte ou un écrit
Παραδείγματα
L' endroit est difficile à traduire.
Το απόσπασμα είναι δύσκολο να μεταφραστεί.



























