Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enduire
01
εφαρμόζω στρώση, επικαλύπτω
appliquer une couche d'enduit, de plâtre, de mortier, de peinture ou d'une autre matière sur une surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
enduis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
enduisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
enduirai
παθητική μετοχή
endu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
enduisions
Παραδείγματα
Cette surface doit être enduite en deux couches.
Αυτή η επιφάνεια πρέπει να επικαλυφθεί σε δύο στρώσεις.



























