endormir
endormir
ɑ̃dɔʁmiʁ
aadawrmir

Ορισμός και σημασία του "endormir"στα γαλλικά

endormir
01

αποκοιμιέμαι, καρυδώνω

commencer à dormir 
endormir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
endors
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
endormons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
endormirai
ενεστώτα μετοχή
endormant
παθητική μετοχή
endormi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
endormions
Παραδείγματα
Il s'endort rapidement après une longue journée. 

Κοιμάται γρήγορα μετά από μια μακρά μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store