Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
endormir
01
αποκοιμιέμαι, καρυδώνω
commencer à dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
endors
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
endormons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
endormirai
ενεστώτα μετοχή
endormant
παθητική μετοχή
endormi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
endormions
Παραδείγματα
Nous nous sommes endormis tard hier soir.
Κοιμηθήκαμε αργά χθες το βράδυ.



























