l'endroit
end
ɑ̃d
αντ
roit
ʁwɑ
ρουα

Ορισμός και σημασία του "endroit"στα γαλλικά

01

τόπος, θέση

lieu ou position quelque chose se trouve 
l'endroit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
endroits
Παραδείγματα
C'est un joli endroit pour pique-niquer. 

Είναι ένα ωραίο μέρος για πικνίκ.

02

γειτονιά, περιοχή

zone ou quartier dans une ville vivent des gens 
l'endroit definition and meaning
Παραδείγματα
J'habite dans un endroit calme de la ville. 

Ζω σε ένα ήσυχο μέρος της πόλης.

03

επιφάνεια, πρόσθια πλευρά

partie visible ou supérieure d'une chose 
l'endroit definition and meaning
Παραδείγματα
L'endroit de la table est très propre. 

Ο τόπος του τραπεζιού είναι πολύ καθαρός.

04

απόσπασμα, τμήμα

partie précise ou zone dans un texte ou un écrit 
l'endroit definition and meaning
Παραδείγματα
Lis cet endroit du texte attentivement. 

Διάβασε αυτό το απόσπασμα του κειμένου προσεκτικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store