endetter
endetter
ɑ̃dɛte
aadete
endetté

Ορισμός και σημασία του "endetter"στα γαλλικά

endetter
01

χρεώνω, βάζω σε χρέος

faire entrer quelqu'un dans une situation de dette ou contracter des dettes 
endetter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
endette
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
endettons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
endetterai
ενεστώτα μετοχή
endettant
παθητική μετοχή
endetté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
endettions
Παραδείγματα
Ce prêt va malheureusement endetter notre entreprise. 

Αυτό το δάνειο δυστυχώς θα χρεώσει την εταιρεία μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store