Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
embarrassé
01
αμήχανος, συγχυσμένος
se sentir gêné ou confus à cause d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus embarrassé
συγκριτικός βαθμός
plus embarrassé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
embarrassé
αρσενικό πληθυντικό
embarrassés
θηλυκό ενικό
embarrassée
θηλυκό πληθυντικό
embarrassées
Παραδείγματα
Elle était embarrassée de recevoir autant d' attention.
Ήταν αμηχανία που δέχτηκε τόση προσοχή.



























