Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La délégation
01
αντιπροσωπεία, επιτροπή
groupe de personnes choisies pour représenter un pays , une organisation ou un groupe lors d'une réunion ou d'un événement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
délégations
Παραδείγματα
La délégation française participe à la conférence internationale.
Η γαλλική αντιπροσωπεία συμμετέχει στη διεθνή διάσκεψη.
02
αντιπροσωπεία, ανάθεση
fait de confier officiellement un pouvoir, une tâche ou une responsabilité à une autre personne
Παραδείγματα
La délégation de pouvoir est courante dans les grandes entreprises.
Η ανάθεση εξουσίας είναι κοινή στις μεγάλες επιχειρήσεις.



























