Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La démarche
01
προσέγγιση, μέθοδος
façon de faire ou méthode pour atteindre un but
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
démarches
Παραδείγματα
Sa démarche pour résoudre le problème est efficace.
Η προσέγγισή του για την επίλυση του προβλήματος είναι αποτελεσματική.
02
βηματισμός, τρόπος περπατήματος
manière de marcher qui caractérise une personne
Παραδείγματα
Sa démarche est élégante et assurée.
Ο τρόπος περπατήματος της είναι κομψός και σίγουρος.
03
δράση, πρωτοβουλία
action ou initiative prise pour atteindre un objectif
Παραδείγματα
Ils ont commencé une démarche pour améliorer le service.
Ξεκίνησαν μια πρωτοβουλία για τη βελτίωση της υπηρεσίας.



























