Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
démarrer
01
ξεκινώ, αρχίζω
commencer une activité, un projet, ou une action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
démarre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
démarrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
démarrerai
ενεστώτα μετοχή
démarrant
παθητική μετοχή
démarré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
démarrions
Παραδείγματα
Le concert démarre à 20h précises.
Η συναυλία ξεκινά στις 20:00 ακριβώς.
02
ξεκινώ, βάζω μπρος
commencer à fonctionner ou à se déplacer (pour un véhicule ou machine)
Παραδείγματα
Je n'arrive pas à démarrer la voiture ce matin.
Δεν μπορώ να ξεκινήσω το αυτοκίνητο σήμερα το πρωί.



























