le lit
de
ντε
lit
ˈlɪt
λιτ
débitdéditdépit

Ορισμός και σημασία του "délit"στα γαλλικά

01

αδίκημα, παράβαση

infraction à la loi, punissable par la justice. 
le délit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
délits
Παραδείγματα
Le vol est un délit puni par la loi. 

Η κλοπή είναι ένα αδίκημα που τιμωρείται από το νόμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store