le délit
Pronunciation
/deli/

Ορισμός και σημασία του "délit"στα γαλλικά

Le délit
[gender: masculine]
01

αδίκημα, παράβαση

infraction à la loi, punissable par la justice.
le délit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
délits
Παραδείγματα
Ignorer la loi ne justifie pas un délit.
Η άγνοια του νόμου δεν δικαιολογεί ένα έγκλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store