Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le délire
[gender: masculine]
01
ενθουσιασμός, έκσταση
état de grande excitation, d'enthousiasme ou de joie intense
Παραδείγματα
Le public était en délire devant la performance incroyable.
Το κοινό ήταν σε έκσταση μπροστά στην εκπληκτική παράσταση.
02
παραφροσύνη, διαταραχή της συνείδησης
état mental caractérisé par des idées confuses, des hallucinations ou une perte de contact avec la réalité
Παραδείγματα
Les hallucinations font souvent partie du délire.
Οι παραισθήσεις αποτελούν συχνά μέρος της παραληρηματικής κατάστασης.



























